Το εκκλησάκι του Αγίου Μάμαντα

Published January 9, 2011 by Chalvantzis in Μαρτυρίες

Από τις παραδόσεις του Σπετσιωτικού λαού

 

 

Το εκκλησάκι του Αγίου Μάμαντα

 

Stamatiou Giorgos

 

 

Τούτη την ιστορία την άκουσα από το γέρικο στόμα του παππού μου.

 

Πάνε κοντά εξήντα χρόνια. « Θαρρώ πως ήταν η χρονιά που στο νησί κήρυχνε ο ΠαπουλάκοςΜα το κήρυγμά του δεν ήταν ήρεμο και πραγαλό, όπως πρέπει να είναι ο λόγος του Θεού. Είχε κάτι το επαναστατικό, το βίαιο. Κι έριχνε όλες τις ευθύνες για την κατάντια του λαού στον ΄Οθωνα και στους Βαυαρούς συμβουλάτορές του. Σ` άλλους άρεσε το κήρυγμα του Παπουλάκου και σ` άλλους όχι. Αυτοί οι δεύτεροι ήσαν οι πλούσιοι και οι άρχοντες του νησιού. Που σχεδίαζαν την εξόντωση του και που θα το είχαν κάνει κιόλας, αν δεν φοβόντουσαν τις αντιδράσεις του λαού.

 

Το σκαρί μου, μια βρατσέρα βγαλμένη από τα καρνάγια του Παλιού Λιμανιού, δεν ήταν να πεις πρώτο πράμα, ούτε όμως και τελευταίο. Τώρα που το σκέπτομαι και στέρεο ήταν και καλοτάξιδο. Μαζί μου ταξίδευε κι ο μεγάλος μου γιος ο Μανόλης, δηλ. ο πατέρας σου, σκυλί μονάχο στην αντοχή της δουλειάς και στην απαντοχή του κινδύνου, ένα παιδί από την Κουνουπίτσα, ο Γιακουμής, γερός σαν ταύρος ,κι ένα άλλο παλικάρι που τώρα πια δε θυμάμαι το όνομά του.Είχαμε φορτώσει βαρέλια γεμάτα μούστο από την Αίγινα. Τότενες η Αίγινα δεν έβγαζε μονάχα φυστίκια αλλά και ωραίο σαβατιανό σταφύλι που οι Αιγινήτες το πάταγαν σε μεγάλα πατητήρια κι έβγαζαν μούστο και κρασί πρώτης.

 

Ξεκινήσαμε από το νησί του ‘γιου Νεκτάριου με καλό καιρό. Κατά το μέρος του Πειραιά ο ουρανός είχε σηκώσει μαύρα σύννεφα, σημάδι άσφαλτο ότι ο καιρός θα χαλάσει. Όμως λογαριάσαμε πως, έως ότου πιάσει η κακοκαιριά και σηκώσει κύμα η θάλασσα, εμείς θα ‘χαμε φτάσει στο νησί. Περάσαμε με γραιγαλάκι το πετροκάραβο μπροστά στα Μέθανα κι έπειτα τα στενά του Πόρου. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν κι είχαν γίνει κατάμπλαβα. Όσο είμασταν στη στενωπό ανάμεσα Πόρος και Γαλατά η θάλασσα άρχισε να αγριεύει. «Καπετάνιε, ακούστηκε μια φωνή από το μώλο. Σύρε να δέσεις κατά το Γαλατά. Μη βγαίνεις στα Τσελεβίνια. Έχει θάλασσα γερή και θα σε μπατάρει!!».΄Όμως όταν είσαι Σπετσιώτης καπετάνιος κι έχεις μπρατσέρα τον «Αρχάγγελο», δεν φοβάσαι χάρο. Αψήφησα τις συμβουλές των στεριανών. Κι έδωσα διάτα. «Φορέστε τις νιτσεράδες σας. Εσύ, Μανόλη, κατέβασε το μεσιανό πανί κι εσύ, Γιακουμή, κατέβα στ` αμπάρια, κι όπου χρειαστεί, βάλε κι άλλες σφήνες στα βαρέλια. Κι εσύ, είπα στον τρίτο που δε θυμάμαι το όνομά του, ανέβα απάνω στη γέφυρα και στάσου εδώ σιμά μου…….».

 

Περνώντας αριστερά από το μπούρτζι και βγαίνοντας στην ανοιχτή θάλασσα, πέσαμε σε μιαν άγρια σοροκάδα. Τα κύματα ερχόντουσαν από τα ανοιχτά της Ύδρας και πέφτανε πάνω στην πλώρη της μπρατσέρας με τέτοιαν ορμή που πρώτη φορά έβλεπα στη ζωή μου. Κράταγα γερά το τιμόνι και πάγαινα τον «Αρχάγγελο» κόντρα στο κύμα, θέλοντας να τον απομακρύνω, όσο γινόταν πιο πολύ από τα βράχια της ακτής, που μόλις διακρινόταν μέσα στην αντάρα και τη σκοτεινιά. Πάλευα με τα χέρια και την ψυχή να κρατήσω το βαρυφορτωμένο σκάφος όρθιο πάνω στα κύματα που θέριευαν όλο και περισσότερο. Όμως η θάλασσα είναι πιο γερή κι από το ξύλο κι από τα μπράτσα του ανθρώπου. Μου γύρισε το τιμόνι δεξιά, με κτύπησαν τα κύματα στα πλευρά κι έσπρωξαν την μπρατσέρα πάνω στις ξέρες. Ακόμη λίγο και ο « Αρχάγγελος» θα βούλιαζε στον πάτο της θάλασσας. Εντούτοις, ύστερα από κάποια θεία επέμβαση, το σκαρί, έτσι καθώς έγειρε στο πλάγι, αγκριφώθηκε στα βράχια, και τα βαρέλια με το μούστο έφραξαν τις ρωγμές εμποδίζοντάς το να παρασυρθεί από το νερό και να γλιστρήσει στα βαθιά.

 

Είχαμε σωθεί από θαύμα. Όταν συνήλθαμε και διαπίστωσα πως και οι τέσσερις είμαστε ζωντανοί, ρώτησα το γιο μου το Μανόλη. «Ρε συ Μανόλη, τη μέρα είναι σήμερα;» «Δύο Σεπτεμβρίου, του ΄Αγιου Μάμαντα». «Και ποιος είναι, μαθές τούτος ο άγιος, μεγάλη η χάρη του». «Και τι νόμισες καλέ πατέρα πως είμαι ο Παπουλάκος να ξέρω την καταγωγή όλων των αγίων». Αργότερα έμαθα πως ο ΄Αγιος Μάμαντας ήταν άγιος από την Καππαδοκία και μαρτύρησε στην Κύπρο. «Ας είναι, όποια κι αν είναι η καταγωγή του, σ` Αυτόν οφείλουμε τη σωτηρία μας». Του τάζω λοιπόν πως αν μας βοηθήσει ως το τέλος να μείνουμε ζωντανοί και να φτάσουμε στο νησί, θα του χτίσω ένα ξωκκλήσι. Κι αντίς για νερό, θα δώσω διαταγή στους μαστόρους να βάλουν μούστο».

 

Έτσι κι έγινε. Όταν κόπασε η θάλασσα, ισιώσαμε το σκάφος βάζοντας σαν αντισήκωμα βαρέλια, – κι εδώ ήταν που θάμαξα τη δύναμη του Γιακουμή – κλείσαμε όπως – όπως τις τρύπες και κινήσαμε αργά και προσεκτικά κατά τις Σπέτσες. Η μπρατσέρα ήρθε κι ακούμπησε στα βράχια της « Φωκάρας», εκεί που ήταν ο ανεμόμυλος του Χατζηγιάννη Μέξη. Όσοι μας έβλεπαν καραβοτσακισμένους να πατάμε το πόδι μας στη στεριά, κάνανε το σταυρό τους. Τον άλλο χρόνο άρχισε να κτίζεται το εκκλησάκι. Δεν ήταν να πεις μεγάλο, ένα τόσο δα εκκλησάκι ήταν. Οι μαστόροι για νερό έβαλαν μούστο που φρόντισα να μεταφέρω με τον επισκευασμένο «Αρχάγγελο» από την Αίγινα. Κι ένα γύρω ο τόπος μοσχομύριζε μούστο από τα κρασοστάφυλα του νησιού που διάλεξε για κατοικία του και για τόπο ταφής του ο ΄Αγιος Νεκτάριος, μιας και οι μοναχές του δικού μας μοναστηριού τον είχαν διώξει από τους Αγίους Πάντουσι…»

 

Εδώ τέλειωσε την αφήγησή του ο παππούς, κάνοντας απανωτές φορές το σταυρό του. «Ξέρεις τι σκέφτηκα, παππού… αλλά καλύτερα μη σου το πω, κάνε υπομονή ως τις δυο του Σεπτέμβρη της άλλης χρονιάς». Ο παππούς δυστυχώς πέθανε μέσα στο χειμώνα, στα μεγάλα κρύα του Γενάρη. Εγώ όμως πραγματοποίησα την υπόσχεση που του είχα δώσει. Έφτιαξα ένα ομοίωμα μπρατσέρας, της άνοιξα μια μεγάλη τρύπα, ανάμεσα στα παϊδια της δεξιάς πλευράς, και τη στούμπωσα με κάτι τις που έμοιαζε με βαρέλι. Παραμονή της γιορτής του Αγίου από την Κύπρο, το πήγα στην εκκλησιά, του κάρφωσα κι ένα κερί στο σωτρόπι της καρίνας, παρακάλεσα τον παπά να το ευλογήσει, και, μετά τον εσπερινό, το άφησα απαλά να κυλήσει στο νερό και να πλεύσει κατά την Κόστα. Τον επόμενο χρόνο το παράδειγμά μου το μιμήθηκαν κι άλλα παιδιά, ώσπου με τον καιρό, το ρίξιμο των ομοιωμάτων στη θάλασσα, παραμονή του Αγίου Μάμαντα, τράνεψε κι έγινε ένα από τα πιο γραφικά έθιμα του νησιού.

 

 

ίσως η μοναδική αφήγηση αυτοπτη μάρτυρα απο τις Σπέτσες για τον Παπουλάκο

Πηγή:

http://www.scriptamanent.gr/Stamatioy_Giwrgos/stamatioy_to_ekklisaki_toy_agioy_

No Response to “Το εκκλησάκι του Αγίου Μάμαντα”

Comments are closed.